Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

Αμμώνια (3)

Στην ίδια αυτή περιοχή με το μυστηριώδες όνομα, στα πιο απόκρημνα βράχια, σε μέρος που αγριεύεσαι και μόνο με την επίσκεψη, κάποιοι ζούσαν σε όχι τόσο απόμακρο παρελθόν. Τα ερείπια αυτά είναι το πολύ 100 ή 200 ετών (ξέρω και τον ιδιοκτήτη τους). Το χωράφι το οποίο είναι, είχε μέχρι πριν 30 ή 40 χρόνια καταπληκτικά σύκα και αμπέλια. Τώρα δεν έχει τίποτα, θύμα της προόδου και των κατσικιών. Το ερείπιο δεν είναι μόνο του, έχει και άλλα ερείπια, πιο παλιά ίσως, και λίγο πιο πάνω έχει μια πηγή που τελευταία όμως έχει στερέψει.

Η φωτογραφία είναι από το μονοπάτι της προ-προηγούμενης ανάρτησης. Απέναντι έχει δύο μονοπάτια, ένα ανεβαίνει κατακόρυφα, το άλλο πηγαίνει λοξά προς βορειοανατολικά, και από κάτω είναι το μεγάλο μονοπάτι-δρόμος από Κελιά προς Πύργο.

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Αυτό δεν μοιάζει για πρόχειρο κτίσμα ή κατ'κιό. Τι τον έπιασε αυτόν που το έφτιαξε και πήγε εκει στην εξορία να μείνει;

Ανώνυμος είπε...

λίγο τρεχούμενο νερό, πετρες να χτίσει σπίτι, χώμα για λίγο φαϊ

σκουμπρί είπε...

Εγώ θα επιμείνω για βοσκοτόπια και χειμαδιά.

αμμοδύτης είπε...

όχι σκουμπρί, αυτό είναι διορωφο κτίσμα, ξερω τίνος ήταν, είναι σπίτι (δηλαδή έχει κατώγια, δωμάτια, το περιφραγμένο χωράφι είναι μεγάλο, με προσφατα ίχνη αμπελιών, συκιών και ετήσιων καλλιεργειών. Δηλαδή ασυμβίβστο με «χειμαδιά». Μικρός το πρόλαβα σε πολύ πιο αξιοπρεπή φάση. Ο μακαρίτης, πιά, γιος του ιδιοκτήτη, μου είχε πει ότι έμεναν χειμώνα καλοκαίρι πριν τον πόλεμο (και νομίζω αναφερόταν στον πρώτο Π.Π.)

Παλιά, η επιβίωση ήταν συνάρτηση χώρου με τρεχούμενο νερό. Στα χωριά το νερό ήταν τρεχούμενο και η χρήση εκ περιτροπής. «εκτός οικισμού», ζούσε μια οικογένεια με αλάχιστο τρεχούμενο νερό (ενδεικτικά «ένα ρακί νερό») Δεν ξέρω λεπτομέρειες αλλά η στερεμένη πηγή ίσως στέρεψε και στο παρελθόν.

Ανώνυμος είπε...

Δεν θα επιμείνω, εσείς ξέρετε καλύτερα άλλωστε, αλλά με την πρώτη ευκαιρία θα επισυνάψω Link με ανάλογα κτίσματα σε υψόμετρο 2.100 μ. σε βοσκοτόπι, τα οποία κατοικούνται μόνον το καλοκαίρι.

Βέβαια εκεί υπάρχει νερό, ακόμα.

Βλέπετε κάποτε ο άνθρωπος κόπιαζε για τον επιούσιο, και πολύ μάλιστα.